Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΩ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ



"Ρίττερ, Ντένε, Φος" Μια θεατρική παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς του Τόμας Μπέρνχαρντ.

Δείτε μια παράσταση με τρεις αξιολογότατες ερμηνείες (Δημήτρης Καταλειφός, Άννα Κοκκίνου, Ράνια Οικονομίδου)σε ένα έργο που κάνει μια βαθιά τομή στην παθογένεια της οικογένειας.
Γραμμένο το 1984 περιγράφει τη ζωή μιας ημέρας  τριών αδελφών της πλούσιας οικογένειας Βόρρινγκερ. Μάλλον της πολύ πλούσιας. Το έργο κινείται σε δύο επίπεδα: πολιτικό και κοινωνικό. Στο πολιτικό επίπεδο καυτηριάζει την τάξη αυτή που κινείται μεταξύ ανίας, βολέματος και βαριεστημάρας και που έχει την πολυτέλεια του να μην κάνει "τίποτε".  Και σε αυτό το τίποτε είναι που προσπαθούν να δώσουν νόημα τα αδέρφια χωρίς όμως να το καταφέρνουν. Για να έχουν να κάνουν "τίποτε" ο πλούσιος πατέρας τους αγόρασε το 51% των μετοχών σε μια θεατρική επιχείρηση και έτσι οι δύο κόρες έγιναν ηθοποιοί, επιλέγοντας όμως και εκεί ακόμα το τίποτε Είναι  το χρήμα των πλούσιων γονέων που βοηθάει τον αδελφό επί είκοσι χρόνια να περιφέρει τους φιλοσοφικούς του στοχασμούς σε ένα ακριβό ψυχιατρείο.

Στο κοινωνικό επίπεδο το έργο κάνει μια βαθιά τομή στη δομή της οικογένειας. Μιας οικογένειας που τα μέλη της -τα 3 αδέλφια-  σπαράζονται μεταξύ τους αναπαράγοντας το σπάραγμα που έχουν υποστεί τα ίδια από τους γονείς  τους. "Θανατικές καταδίκες" το ονομάζει ο αδερφός.  Αγαπιούνται ή νομίζουν ότι αγαπιούνται, με μια αγάπη που πνίγει και δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις.
Η μεγαλύτερη αδελφή είναι η Ντένε και είναι αυτή που παίρνει την απόφαση να φέρει τον αδελφό της στο σπίτι από το ψυχιατρείο για να τον έχει κοντά της, να τον περιποιείται αλλά στην ουσία να τον αφομοιώσει, να τον καθυποτάξει με την αρρωστημένη αγάπη της όπως και η ίδια υποτάχτηκε στους γονείς. Προσπαθώντας να καλύψει ένα κενό, προσπαθώντας να δώσει νόημα σε μια ζωή χωρίς νόημα, σκοπό και στόχους. Αψηφά την μικρότερη αδελφή που διαφωνεί αλλά και το θέλω του ίδιου της του αδελφού που φαίνεται ότι προτιμά το ψυχιατρείο από το σπίτι (αλήθεια γιατί άραγε;) Η Ντένε είναι η απόλυτα συμβιβασμένη, αφομοιωμένη και προσκολλημένη στους  ιερούς θεσμούς της οικογένειας. Μοναδική της απόλαυση το ψυχαναγκαστικό τελετουργικό του σερβιρίσματος  του κρύου και ξαναζεσταμένου πιάτου φαγητού. Γιατί παρόλο που μόνο μέσα από ένα άψογα στρωμένο τραπέζι και ένα γεύμα είναι που προσπαθεί να δείξει την αγάπη της τελικά ούτε και εκεί φαίνεται ότι τα καταφέρνει. Που η Πολίτισσα Λωξάντρα της Ιορδανίδου που μέσα στο φαγητό έβαζε όλο το μεράκι και την αγάπη  για την οικογένειά της και είχε τη  δύναμη με έναν πολίτικο χαλβά με μπόλικη κανέλα να ξεπρνάει ακόμα και τον πόνο του θανάτου. Εδώ η Ντένε είναι ανίκανη και σε αυτό.  Γιατί δεν αγαπάει τίποτε τόσο πολύ ώστε να προσπαθήσει. Γιατί δεν έμαθε ποτέ να προσπαθεί για τίποτε.  Είναι συγκλονιστικές οι στιγμές όπου την ώρα που ο αδελφός της σπαράζεται πάνω στο τραπέζι εκείνη του ξαναγεμίζει το πιάτο και του ξανασερβίρει σάλτσα. ¨Ολα τα καλύπτει η σάλτσα" τελικά.
Η Ρίττερ, η μικρότερη, φαίνεται να αδιαφορεί για τις συμβάσεις, φαίνεται ότι επαναστατεί, ονειρεύεται να φύγει αλλά το ξέρει και το ξέρει και η αδελφή της ότι όπου και να πάει σε λίγες μέρες πάλι στο σπίτι θα ξαναγυρίσει. Το σπίτι μοιάζει με μια ρουφήχτρα που τους έχει αρπάξει μέσα στη δίνη της και δεν τους αφήνει να ξεφύγουν. Μοναδική της διέξοδος ο κυνισμός της και η κακία της αλήθειας της.
Τραγική φιγούρα ο αδελφός, ο οποίος αναζήτησε τη φυγή μέσα από την τρέλα του. Μια τρέλα όμως κι αυτή ελεγχόμενη και συμβιβασμένη και γι' αυτό απωθητική. Μια τρέλα βολική. "Τόσο όσο". Που φτάνει μέχρι εκεί ώστε να μην αλλάξει δα κι ο κόσμος μας αλλά να κάνουμε ότι τον αλλάξαμε. Σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισής του προσπαθεί απεγνωσμένα να αλλάξει το διάκοσμο του σπιτιού, της τραπεζαρίας που έμεινε απαράλλαχτα ίδια. Οι πίνακες των προγόνων που επιμένουν να επιθεωρούν από ψηλά και να κρατούν τον έλεγχο της μη αλλαγής και της απόλυτης ταύτισης. Για να κρατάνε τα νήματα δεμένα με τα παιδιά τους, ακόμα κι όταν έχουν πεθάνει.  Οι πίνακες που προσπαθεί να τους αλλάξει  θέση, που κρεμιούνται ανάποδα, πίσω, κάτω και πλαγίως αλλά μένουν εκεί να τους τρυπούν με το βλοσυρό και  αυστηρό τους βλέμμα, τοποτηρητές μιας συμφωνίας που τους τύλιξε με αόρατο αλλά δυνατό σχοινί. Και να μην έχει κανείς τη δύναμη να τους απομακρύνει. Γιατί κανείς δεν έχει τη δύναμη, δεν θέλει να τους πετάξει και να πετάξει κι αυτός.  Αυστριακός ο συγγραφέας και τα ίχνη του Φροϋδικής επιρροής  έκδηλα.
Λαχανιάζουν όλοι μαζί. Σέρνουν τον μπουφέ με τα πολύτιμα σερβίτσια. Όλοι μαζί, ελάτε μισό μέτρο. Να τον μετακινήσουμε για να νιώσουμε ότι κάτι άλλαξε. Μισό μέτρο. Το φωνάζει ο  αδελφός στις αδελφές του και τις βάζει να σπρώχνουν. Μισό μέτρο, όχι περισσσότερο. Γιατί τρομάζει και μόνο ότι θα μετακινηθεί περισσότερο ο ασφαλής κόσμος του. Και μόλις τα καταφέρνουν, σπάζοντας όμως τα σερβίτσια, φωνάζει αποποιούμενος την ευθύνη του. "Σας είπα σπρώξτε αλλά μαλακά".  "Τόσο όσο" πάλι. Μην σπάσουμε και τα αυγά, μη δούμε και τον κόσμο κάποτε όπως είναι, γιατί τότε θα τρομάξουμε ακόμα περισσότερο γιατί θα αναγκαστούμε να δούμε ξαφνικά τους εαυτούς μας στον καθρέφτη. Αλλάζει θέση στο μεγάλο επιδαπέδιο ρολόι. Αλλά αμέσως μετά, τρομαγμένος,  το επαναφέρει στην αρχική του θέση.
Τραγικό το φινάλε. Τραγικό γιατί τα τρία αδέλφια αφού έχουν αλληλοσπαραχθεί κάθονται γύρω από το τραπέζι πίνοντας τον καφέ, ένα καφέ που κρύβει μέσα την παραδοχή της υποταγής, τη γνώση της ζωής που πέρασε γι' αυτούς ανεπιστρεπτί, της ζωής που δεν βίωσαν ούτε σε μια στιγμή της. Πόσο ταιριαστό το καβαφικό ποίημα:
"Την μια μονότοη ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι-
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν...
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει"
Τελικά μήτε τα πλούτη έφεραν την ευτυχία αλλά την ψευδαίσθησή της.
Τόσο επίκαιρο και και πόσες ομοιότητες με την ελληνική οικογένεια και την παθογένειά της, που με τον ίδιο τρόπο κατασπαράζει τα παιδιά της στο όνομα και με τη δικαιολογία της αγάπης. Μιας αγάπης που δεν τα αφήνει να μεγαλώσουν, να πατήσουν στα πόδια τους, να αυτονομηθούν, να σπάσουν τον ομφάλιο λώρο  και που τελικά τα αφήνει ανάπηρα. Αλλά τι τι νόημα θα είχε η ύπαρξή τους και τι στόχο η ζωή τους.
Και τα τραγικά αποτελέσματα της αναπηρίας αυτής τα βιώνουμε στην απτή πραγματικότητά μας.
Θετικότατο ότι το θέατρο ήταν γεμάτο σε μια παράσταση, δύσκολη, μη εμπορική και μη διαφημισμένη. Υπάρχει λοιπόν ελπίδα;